- κηρεσσιφόρητος
- κηρεσσι-φόρητος: borne on by their fates to death, Il. 8.527†.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
κηρεσσιφόρητος — κηρεσσιφόρητος, ον (Α) αυτός που φέρνουν οι Κήρες* («ἐξελάαν ἐνθένδε κύνας κηρεσσιφορήτους», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κήρεσσι, επικ. δοτ. πληθ. τού κήρ (I) + φόρητος (< φορῶ), πρβλ. ναυσι φόρητος, ποταμο φόρητος] … Dictionary of Greek
κηρεσσιφορήτους — Κηρεσσιφόρητος urged on by the masc/fem acc pl κηρεσσιφόρητος urged on by the masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κηρεσσιφόρητοι — Κηρεσσιφόρητος urged on by the masc/fem nom/voc pl κηρεσσιφόρητος urged on by the masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Κηρεσσιφορήτους — Κηρεσσιφόρητος urged on by the masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Κηρεσσιφόρητοι — Κηρεσσιφόρητος urged on by the masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κηρ — (I) κήρ, κηρός, αιολ. τ. κάρ, ή, δωρ. πληθ. κάρες (Α) 1. ως κύριο όν. Κήρ η θεά τού θανάτου, ιδίως τού βίαιου, ή τού ολέθρου («δειναὶ δὲ κῆρες σ αἱ κυνώπιδες θεαί», Ευρ.) 2. ως προσηγ. θάνατος, ιδίως βίαιος ή, γενικά, συμφορά, καταστροφή (α.… … Dictionary of Greek